Η Παιδεία είναι ένα πολύτιμο κεφάλαιο για κάθε πολιτεία, είναι ένα εθνικό ζήτημα και προκειμένου να τεθούν οι βάσεις για την κοινωνία του αύριο, είναι αναγκαίο να είναι υψηλής ποιότητας και απόδοσης.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μέσα από αυτό δημιουργούνται σκεπτόμενοι Έλληνες με γνώσεις και άρτια κατάρτιση.
Μιλάμε επομένως για μία επένδυση, που δυστυχώς όμως εδώ και δεκαετίες περνάει δια πυρός και σιδήρου.
Διαχρονικά ο προϋπολογισμός για την Παιδεία είναι αναντίστοιχος των μεγάλων αλλαγών σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.
Ιδιαίτερα κατά την διάρκεια των πρώτων κυμάτων της πανδημίας, είδαμε τα σχολεία μας να περνούν από απελπιστικές καταστάσεις και να γίνονται αντικείμενο κυβερνητικού ρίσκου.
Είδαμε τα προβλήματα να γιγαντώνονται.
Είδαμε να έρχονται στην επιφάνεια οι ανεπάρκειες του εκπαιδευτικού συστήματος.
Από τις μειωμένες δαπάνες για την εκπαίδευση, μέχρι την έλλειψη εξοπλισμού και διδακτικού προσωπικού.
Σύμφωνα με την τελευταία Παγκόσμια Έκθεση Παρακολούθησης της Εκπαίδευσης της UNESCO, στοιχεία της οποίας θα καταθέσω στα πρακτικά, τα νοικοκυριά στην Ελλάδα συμβάλλουν στο 27% της συνολικής εκπαιδευτικής δαπάνης, που είναι το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ομοίως, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ στην οποία τονίζεται ότι: «Η αύξηση των δαπανών για την παιδεία πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των προσπαθειών που καταβάλλουν οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο για την ανοικοδόμηση των οικονομιών, έτσι ώστε να διασφαλισθεί ότι κάθε νέος απολαμβάνει ίσων ευκαιριών για να συνεχίσει την εκπαίδευση, να επιτύχει στο σχολείο και να αναπτύξει τις δεξιότητες που χρειάζεται ώστε να συνεισφέρει στην κοινωνία», η εικόνα της Ελλάδας είναι αποθαρρυντική.
Κι αυτό γιατί, όπως καταδεικνύουν τα στοιχεία της έκθεσης, οι δαπάνες για την παιδεία ως ποσοστό επί των συνολικών δημοσίων δαπανών, είναι κάτω του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, ενώ η Ελλάδα φαίνεται τελευταία στις συνολικές δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση ως ποσοστό των συνολικών κρατικών δαπανών.
Στη χώρα μας, η εφαρμογή της «εξ αποστάσεως εκπαίδευσης» για τους μαθητές όλων των βαθμίδων κατά την περίοδο της πανδημίας απέδειξε ότι η ψηφιακή εκπαίδευση δεν ήταν προσιτή σε όλους.
Είδαμε μαθητές να παρακολουθούν τα μαθήματά τους σε καφενεία.
Αναδείχθηκε έτσι η ανάγκη για υποδομές, συνδεσιμότητα, ψηφιακό εξοπλισμό, επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στις ψηφιακές δεξιότητες, εύχρηστα εργαλεία και ασφαλείς πλατφόρμες που σέβονται την ιδιωτική ζωή και τα δεοντολογικά πρότυπα.
Και φυσικά δεν υπήρξε η αναγκαία και απαιτούμενη κρατική υποστήριξη.
(;) Πώς θα μπορέσουν οι εκπαιδευτικοί να εφαρμόσουν τις νέες αλλαγές και να πειραματιστούν σ’ αυτές, όταν τα Δημόσια Σχολεία λειτουργούν ακόμη στην πλειοψηφία τους με μαυροπίνακες και οι πεπαλαιωμένοι Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές αποτελούν εξοπλισμό μόνο των αιθουσών πληροφορικής;
Οι αίθουσες διδασκαλίας δεν έχουν εποπτικά μέσα για να στηρίξουν την διαφοροποίηση και οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν επιμορφωθεί.
Σύμφωνα με τον ίδιο οργανισμό, οι καθηγητές στην χώρα μας είναι από τους πιο κακοπληρωμένους.
Η Ελλάδα βρίσκεται στην τρίτη θέση από το τέλος, όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά, με μόνο την Ουγγαρία και τη Σλοβακία να έχουν χαμηλότερους μισθούς μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.
Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το Τομεακό Πρόγραμμα Ανάπτυξης, απόσπασμα του οποίου θα καταθέσουμε στα πρακτικά, η δημόσια επένδυση στην εκπαίδευση υπολείπεται του Μ.Ο της Ε.Ε (3,9% του ΑΕΠ για το έτος 2017 έναντι 4,6% της Ε.Ε), ενώ για το 2022 ακόμη και με την πρόβλεψη 187 δις ευρώ για το ΑΕΠ, δεν φαίνεται να ξεπερνά το 3,2%.
Όπως επισημαίνεται στο ίδιο πρόγραμμα: «το δημογραφικό αποτελεί σημαντικό πρόβλημα, το οποίο εντάθηκε λόγω της κρίσης και οδηγεί σε συρρίκνωση του μαθητικού πληθυσμού τα επόμενα έτη. Το γεγονός αυτό φαίνεται ότι επιδρά αρνητικά στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας και τονίζει την ανάγκη για στοχευμένη χρήση των πόρων στο εκπαιδευτικό σύστημα και την προσαρμογή του σχολικού δικτύου και των υποδομών»
Όμως στην πράξη το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, φαίνεται να κάνει ακριβώς τα αντίθετα, αφού συνεχίζει με προκάτ κατασκευές εντός υφιστάμενων σχολικών χώρων στην δίχρονη προσχολική αγωγή, αν και η σημερινή Υπουργός Παιδείας είχε δηλώσει την αντίθεσή της στις συζητήσεις στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων, πριν από τρία περίπου χρόνια.
Στο ίδιο πρόγραμμα, παραδέχεστε ότι οι σχολικές υποδομές παρουσιάζουν σημαντικές ελλείψεις, καθώς συχνά δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του νέου σχολείου δεξιοτήτων.
Οι έρευνες που θα προσκομίσουμε, έχουν δείξει ότι η κατάλληλη σχολική στέγη διασφαλίζει το ποιοτικό επίπεδο της εκπαίδευσης και αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες της εκπαιδευτικής αποτελεσματικότητας.
Εκτός βεβαίως από τις υποδομές, το πρόβλημα με την έλλειψη εκπαιδευτικών στα σχολεία ακόμη και 3 ή/και 4 μήνες είναι μόνιμη τα τελευταία 20 χρόνια.






