Συζητούμε σήμερα για την Εκπαιδευτική Συμφωνία μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης του Μαυροβουνίου.
Με αυτή τη συμφωνία, λέτε, το ένα μέρος θα μπορεί να επηρεάσει το άλλο στον τομέα της εκπαίδευσης ανταλλάσσοντας εμπειρίες.
Η εκπαίδευση στην Ελλάδα δυστυχώς … στραβά αρμενίζει!
Χρήζει ριζικής μεταρρύθμισης και αναβάθμισης κι αυτό είναι ξεκάθαρο καθήκον της πολιτείας, με στόχο την ποιότητα και με πυξίδα τα διεθνή δεδομένα.
Επιδιώκεται μέσω της παρούσης Συμφωνίας, η συνεργασία μεταξύ των δύο κρατών στο πλαίσιο εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
Αυτό αρχικά ακούγεται θετικό, όμως είναι τόσο θεωρητικό και γενικόλογο, αφού αναφέρεται γενικά και επιγραμματικά η διάθεση των μερών, χωρίς να εξειδικεύονται οι περαιτέρω ενέργειες που θα πρέπει ακολουθήσουν για την επίτευξη της συνεργασίας αυτής.
Αναφέρεται επίσης στο άρθρο 4 ότι τα μέρη θα ενθαρρύνουν τις επαφές μεταξύ των κρατικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.
Ωστόσο, ξανά δεν εξειδικεύεται πού θα αποσκοπούν οι επαφές των μερών, είναι ένα ιδιαίτερα γενικό άρθρο και όλοι γνωρίζουμε ότι, για να υπάρχει αποτέλεσμα, θα πρέπει να υπάρχει και αντικείμενο συνεργασίας.
Τα ίδια ισχύουν και όσον αφορά στην ανταλλαγή καθηγητών, εμπειριών, και πληροφοριών του άρθρου 5, είναι άγνωστο αν θα εξειδικευτούν οι όροι αυτής της ανταλλαγής και ακόμη πιο αβέβαιο είναι το αν αυτές οι προβλέψεις θα εφαρμοστούν ποτέ!
Ιδιαίτερα αν κρίνουμε από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη Συμφωνία υπεγράφη προ 7ετίας και η παρούσα Κυβέρνηση επιλέγει να την κυρώσει 3 χρόνια μετά την εκλογή της!
(;) Γιατί επιλέγει το Υπουργείο την συγκεκριμένη χρονική στιγμή για να εισάγει μία τέτοια συμφωνία, ενώ δεν έχει λύσει βασικά ζητήματα;
Είπατε ότι λόγω νομοθετικού φόρτου αργήσατε να την φέρετε προς Κύρωση, εμείς όμως σας λέμε ότι με σωστό προγραμματισμό όλα γίνονται!
Γίνεται λόγος στο άρθρο 6 για ανταλλαγή εμπειριών σε όλους τους τομείς της εκπαίδευσης.
Μιας εκπαίδευσης που δυστυχώς πάσχει.
Σπασμένα έδρανα, εγκαταστάσεις που δεν αρμόζουν σε ένα σύγχρονο κράτος, υποστελέχωση, έλλειψη εξοπλισμού, δαπάνες που διαχρονικά υπολείπονται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου είναι μόνο κάποια, από τον ωκεανό προβλημάτων που υπάρχουν!
Αξίζει να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ΣΕΒ, στοιχεία της οποίας θα καταθέσουμε στα πρακτικά, η Ελλάδα είναι πρώτη στην Ευρώπη σε ποσοστό φοιτητών, 46% έναντι περίπου 33% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά 28η σε ποσοστό αποφοιτήσεων, 8,9 έναντι 25% στην Ευρωπαϊκή Ένωση σύμφωνα με την ΕΘΑΕΕ 2020.
Το άρθρο 8, κρίνεται μεν θετικά, καθότι αναφέρεται στη συνεργασία στον τομέα της ενσωμάτωσης παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, όμως η ελληνική πραγματικότητα είναι να κουβαλάνε εν έτει 2022 μαθητή ΑμεΑ στα χέρια, στο 2ο Δημοτικό Σχολείο της Αγίας Βαρβάρας Αττικής, θέμα για το οποίο έχουμε ήδη καταθέσει Ερώτηση, καθώς η κτηριακή υποδομή των περισσότερων σχολείων (ράμπες, ανελκυστήρας, τουαλέτες ΑμεΑ) δεν είναι κατάλληλα προσαρμοσμένη στις ανάγκες κινητικά αναπήρων μαθητών.
Αν βασικό μέλημά μας είναι η ασφάλεια των παιδιών, βασικός στόχος πρέπει να είναι η υποστήριξη και η ισότιμη συμμετοχή ΟΛΩΝ των μαθητών και των μαθητριών στην εκπαίδευση.
Ερωτηματικά υπάρχουν και σχετικά με τα περιοδικά προγράμματα που θα καταρτίσουν τα μέρη στον τομέα της εκπαίδευσης, καθώς δεν απαντήθηκε ούτε κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής, τι θα περιλαμβάνουν αυτά τα προγράμματα, τι διαρκείας θα είναι, ποιοι θα τα υλοποιούν και φυσικά με τί κόστος.
Αναφέρεται στο άρθρο 16, ότι για την υλοποίηση της παρούσας συμφωνίας, τα μέρη θα συστήσουν μία Μεικτή Επιτροπή, για τη συνεργασία στον τομέα της Εκπαίδευσης.
Ως προς την Επιτροπή αυτή, δεν δόθηκαν εξηγήσεις, απλώς ότι μέσω αυτής θα αναπτύξουμε τις διμερείς μας σχέσεις.
(;) Με τι κόστος;
(;) Ποια θα είναι τα κριτήρια επιλογής των μελών;
(;) Θα αμείβονται;
(;) Και πώς;
Αυτά δεν είναι επιτρεπτό να μην εξειδικεύονται ειδικά στις εποχές που ζούμε, που η ακρίβεια μαστίζει τα ελληνικά νοικοκυριά.
Εμείς στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ πιστεύουμε βαθιά ότι η επίτευξη με σύγχρονες εκπαιδευτικές στρατηγικές των ανθρωπιστικών κι εκπαιδευτικών μορφωτικών προσανατολισμών των μαθητών και των νέων ανθρώπων, πρέπει να αποτελεί διαρκή στόχο, κρατώντας έτσι, ζωντανό το όραμα των νέων Ελλήνων και φυσικά των 650.000 συμπολιτών μας, που έφυγαν κατά την διάρκεια της κρίσης και των μνημονίων, που αποζητούν κίνητρα για την επιστροφή τους, και ανθισμένη την ελπίδα τους για την Ελλάδα που έχουν ονειρευτεί.






