Πρωταρχικός στόχος ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους θα έπρεπε να είναι η υψηλής ποιότητας περίθαλψη και η ασφάλεια για τους ασθενείς και τις οικογένειές τους.
Δυστυχώς όμως, θα λέγαμε ότι αυτό αποτελεί περισσότερο μία ουτοπία, παρά μία πραγματικότητα στη χώρα μας.
Τα συστήματα υγείας έχουν την ευθύνη, όχι µόνο να βελτιώνουν την υγεία των ανθρώπων αλλά και να τους προστατεύουν έναντι του οικονοµικού κόστους που συνεπάγεται η ασθένεια και να τους θεραπεύουν σεβόµενα την αξιοπρέπεια τους.
Η ποιότητα της υγείας αποτελεί μια έννοια που διαρκώς διαφοροποιείται, μεταβάλλεται και προσαρμόζεται σε νέες επιθυμίες, προσδοκίες και ανάγκες.
Η ποιότητα αποτελεί κομβικό σημείο σε ό,τι αφορά στην περίθαλψη και σίγουρα τα κριτήρια και το μέτρο αξιολόγησης αυτής, είναι στα χέρια των ίδιων των ασθενών.
Κρίνεται απαραίτητη η λήψη ενός πιο ενεργού ρόλου στην ανάπτυξη και στην εφαρμογή προγραμμάτων που αφορούν στη βελτίωση της νοσηλείας και της ικανοποίησης των ασθενών και η εξεύρεση τρόπων για να συμμετέχει και το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό σε αυτή τη διαδικασία.
Αναφορικά με την υπό συζήτηση συμφωνία μεταξύ της Ελλάδας και της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, για την ίδρυση υπο-γραφείου για την ποιότητα της περίθαλψης και την ασφάλεια των ασθενών στο Γραφείο ΠΟΥ Αθήνας, έχουμε πολλές επιφυλάξεις σχετικά με τον βαθμό αποτελεσματικότητας ενός τέτοιου βήματος.
Στα άρθρα 2, 3 και 4 της συμφωνίας, η ελληνική πλευρά υποχρεώνεται για την παροχή κατάλληλου πρόσθετου χώρου γραφείων, συμπεριλαμβανομένου του κόστους συντήρησης και υπηρεσιών κοινής ωφελείας, ενώ θα είναι υπεύθυνη και για τον πλήρη εξοπλισμό του χώρου και την συντήρηση του συνόλου των εγκαταστάσεων.
(;) Πώς είναι δυνατόν να έχετε την προσδοκία να συμφωνήσει κάποιος όταν δεν μας έχετε γνωστοποιήσει το κόστος αυτών των ενεργειών;
Επιεικώς απαράδεκτο, κρίνεται το γεγονός ότι, όπως αναφέρεται στο άρθρο 5, η Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας θα παρέχει οικονομική συνεισφορά στον ΠΟΥ για αρχική περίοδο πέντε ετών (!) για την κάλυψη των δαπανών προσωπικού, λειτουργίας και προγραμμάτων του Γραφείου της Αθήνας.
(;) Αντί να στελεχώσετε τα νοσοκομεία και να καλύψετε τις ελλείψεις, με αυτά τα πολύ απαραίτητα χρήματα για την υγειονομική περίθαλψη στη χώρα μας, επιλέγετε να δώσετε όλα αυτά τα εκατομμύρια ευρώ για πέντε έτη, λες και σας τρέχουν από τα μπατζάκια;
Συμπεριφέρεστε σαν να μην γνωρίζετε, ή σαν να θέλετε να αγνοήσετε την κατάσταση που επικρατεί στα ελληνικά νοσοκομεία.
Οι εργαζόμενοι στα δημόσια νοσοκομεία, λόγω κυρίως των ελλείψεων σε προσωπικό βρίσκονται στο κόκκινο.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση του νοσοκομείου Σύρου, του μεγαλύτερου Νοσοκομείου των Κυκλάδων.
Οι εργαζόμενοι εκφράζουν έντονη ανησυχία για τη βιωσιμότητά του νοσοκομείου, αφού – όπως υποστηρίζουν – εισπράττουν πλέον μια καθημερινή απαξίωση αφενός γιατί δεν δόθηκε λύση με τις προσλήψεις μόνιμου προσωπικού όλων των κλάδων, αφετέρου γιατί βιώνουν την καθημερινή εγκατάλειψη του, καθώς μετακινούνται γιατροί σε άλλες νοσηλευτικές μονάδες, ακόμα και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Διοίκησης (μόνο με απόφαση της ΔΥΠΕ).
Έντονες είναι και οι αντιδράσεις του Σωματείου Υπαλλήλων του Ν.Ι.Μ.Τ.Σ., καθώς οι οργανικές θέσεις ιατρών του Ε.Σ.Υ είναι 115 και σήμερα υπηρετούν μόνο 46 (40 μόνιμοι και 6 με προσωποπαγή θέση), ενώ οι οργανικές θέσεις νοσηλευτικού προσωπικού είναι 421 και σήμερα υπηρετούν 207, άρα οι κενές οργανικές θέσεις ανέρχονται σε 69 και 214 αντίστοιχα.
Ανάλογες είναι οι ελλείψεις και στους υπόλοιπους κλάδους, ποσοστό άνω του 50% – 60%, που δεν μπορεί να αναπληρωθεί με επικουρικούς.
Σύμφωνα με τους εργαζόμενους, οι ελλείψεις έχουν αναγκάσει τη διοίκηση του νοσοκομείου να κλείσει νοσηλευτικές μονάδες για να μπορέσει να ανταπεξέλθει το υπάρχον προσωπικό, στις αυξημένες ανάγκες εφημεριών και στην στελέχωση της κλινικής covid-19 που συντηρεί για τους δικαιούχους της.
Τονίζουν μάλιστα ότι, η ένταξη του νοσοκομείου στο σύστημα γενικών εφημεριών «καθιστούν επισφαλή την ορθή διαχείριση των ασθενών που προσέρχονται, αφού παρόλες τις «τιτάνιες» προσπάθειες εκ μέρους του προσωπικού, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί τέτοιος φόρτος εργασίας.
Εμείς στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ πιστεύουμε ακράδαντα ότι προκειμένου να υπάρξει βελτίωση στην ποιότητα της περίθαλψης αλλά και στην ασφάλεια των ασθενών, είναι αναγκαίο να υιοθετηθεί μία συστηματική προσέγγιση, η οποία θα ξεκινάει από το προσκέφαλο του ασθενούς, θα περνά από το επίπεδο διαχείρισης των νοσοκομείων και θα καταλήγει στους φορείς χάραξης πολιτικής.
Η ανάπτυξη μιας κουλτούρας που θα βάζει ως προτεραιότητα την φροντίδα και την ικανοποίηση του ασθενούς πρέπει να αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα.






