Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου, 2026
Αρχική Βουλή Ομιλίες Βουλευτών Σοφία Ασημακοπούλου – Ολομέλεια 20/12/2022

Σοφία Ασημακοπούλου – Ολομέλεια 20/12/2022

υστυχώς, με το παρόν νομοσχέδιο προτείνονται μέτρα που αποτυπώνουν μια προσέγγιση που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας και στην κατοχύρωση του δικαιώματος στη στέγαση.

Θεσπίζετε προεκλογικά – το πρόγραμμα «Σπίτι μου», με σκοπό την απόκτηση πρώτης κατοικίας με συμμετοχή της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.) στη χρηματοδότηση των δανείων σε νέα άτομα ή νέα ζευγάρια.

Οι βασικότεροι παράγοντες που ασκούν επιρροή στην αγορά κατοικίας είναι κυρίως οι δημοσιονομικοί – οικονομικοί παράγοντες αλλά και η αγορά εργασίας.

Η αγορά κατοικίας και η οικονομική δραστηριότητα είναι αλληλένδετες.

Το ζήτημα επομένως είναι να δοθούν κίνητρα απασχόλησης, προκειμένου να μειωθεί η ανεργία και να μπορέσουν έτσι οι νέοι να ανοίξουν τα φτερά τους και να μην αναγκάζονται να μένουν στα πατρικά τους γιατί απλά δεν τα βγάζουν πέρα αλλιώς.

Ταυτόχρονα η λογική του «δανείζομαι» αντί «παράγω» μας οδήγησε και στη δραματική οικονομική κρίση κι αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε.

Γίνεται λόγος στο νομοσχέδιο για χαμηλότοκα στεγαστικά δάνεια προς τους δικαιούχους με σκοπό την απόκτηση πρώτης κατοικίας.

Κατ’ αρχάς, η επιλογή των δικαιούχων θα πρέπει να γίνει με ιδιαίτερη προσοχή, για να αποφευχθούν στρεβλώσεις και αδικίες, όπως για παράδειγμα να κριθούν κατάλληλοι λήψης κατοικιών άνθρωποι που είχαν κανονικά εισοδήματα από μαύρη εργασία.

Κατά δεύτερον, δεν μας λέτε όμως πόσο θα είναι το τελικό επιτόκιο.

Διότι αν ο τελικός σκοπός σας είναι να δημιουργήσετε μελλοντικά νοικοκυριά που δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν στην αποπληρωμή των δανείων τότε εκ προοιμίου το μέτρο κρίνεται σαφώς αναποτελεσματικό.

(;) Τελικά, υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας για τους νέους που θα λάβουν χαμηλότοκο δάνειο στο πλαίσιο του προγράμματος και δεν θα μπορούν να αποπληρώσουν τη δόση;

Η οικονομική επισφάλεια των Ελλήνων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

Τα ελληνικά νοικοκυριά αντιμετωπίζουν ζήτημα επιβίωσης λόγω της ακρίβειας.

Όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά, ένας πολύ μεγάλος αριθμός νοικοκυριών δύσκολα τα βγάζει πέρα, καθώς το μηνιαίο εισόδημα για περισσότερα από τέσσερα στα 10 νοικοκυριά δεν επαρκεί για όλο τον μήνα, αλλά μόνο για 19 μέρες μεσοσταθμικά.
Όπως επίσης θα καταθέσουμε στα πρακτικά, η Eurostat δημοσίευσε στοιχεία για το ποσοστό του πληθυσμού σε νοικοκυριά που δαπανούν άνω του 40% του διαθέσιμου εισοδήματος για τη στέγασή τους, δηλαδή ενοίκιο ή δόση στεγαστικού δανείου συν λογαριασμοί.
Τα αποτελέσματα για την Ελλάδα είναι απογοητευτικά: το σχετικό ποσοστό στη χώρα μας φθάνει το 33,3%, που είναι το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, με μεγάλη διαφορά από τη δεύτερη Βουλγαρία (14,4%), και φυσικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (7,8%).
Η μεγάλη επιβάρυνση των Ελλήνων για δαπάνες κατοικίας είναι προορισμένη να αυξηθεί και άλλο λόγω των πληθωριστικών πιέσεων.

Από το 2018, οι τιμές των ακινήτων άρχισαν να αυξάνονται.

Το 2019 αυξήθηκαν κατά 7.2% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, ενώ η αυξητική τάση συνεχίστηκε παρά την πανδημία: 5.6% για το 2020 και 6.0% για το 2021, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat.

Με βάση την ίδια πηγή για το 2020, δηλαδή πριν από την ενεργειακή κρίση και την εκτόξευση του κόστους βασικών αγαθών, προκύπτει ότι σχεδόν το 79,2% των ενοικιαστών χρειαζόταν να δαπανήσει πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος για την αποπληρωμή του ενοικίου, των ΔΕΚΟ και των κοινοχρήστων.
Κανονικά δεν θα έπρεπε να ξεπερνάει το 1/4 ή αλλιώς το 25%-30% του εισοδήματος.

Όπως συμβαίνει στον δυτικό κόσμο.

Αν ξοδεύεις τον μισό μισθό σου μόνο στο ενοίκιο, θα πρέπει να κόψεις από παντού για να ζεις.

Και για όλους αυτούς δεν υπάρχει ΚΑΜΙΑ πρόνοια!

Ουσιαστικά, 8 στους 10 ενοικιαστές στην Ελλάδα θεωρούνται, με βάση τα σχετικά στοιχεία, ως υπερβολικά επιβαρυμένοι πολίτες.
Η ανάδειξη των μεγάλων αστικών κέντρων σε τουριστικούς προορισμούς επέτεινε το πρόβλημα αφού προσέλκυσε διεθνείς επενδυτές στην αγορά κατοικίας, και οδήγησε στην εκτίναξη της αγοράς βραχυχρόνιας μίσθωσης σε τουρίστες, μειώνοντας αντίστοιχα τον αριθμό διαμερισμάτων που διατίθενται για μακροχρόνια ενοικίαση στους Έλληνες.

Η συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης διαμορφώνει τη «γενιά των ενοικιαστών».

Και μεσοβέζικες λύσεις για να μειωθεί η οξύτητα του φαινομένου δεν θα έπρεπε να υπάρχουν.

Αναφορικά με την κοινωνική αντιπαροχή, λέτε ότι η σύμβαση με αντικείμενο τη σύμπραξη φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, θα γίνεται με ιδιώτες αναδόχους, όπου ο ανάδοχος θα ανεγείρει, με δικές του δαπάνες, κτίριο επί αδόμητου ακινήτου του φορέα και το αντάλλαγμά του θα συνίσταται στην εκμετάλλευση για ορισμένο χρονικό διάστημα του ακινήτου με την παράλληλη υποχρέωσή του να εκμισθώνει μέρος αυτού σε δικαιούχους έναντι προκαθορισμένου μισθώματος.

(;) Ποιο άραγε θα είναι αυτό το προκαθορισμένο μίσθωμα;

Άγνωστο.

Και θα το πούμε για ακόμη μία φορά:

Οι Έλληνες χρειάζονται ουσιαστική στήριξη.

Χρειάζεται εξασφάλιση ευκαιριών, παροχή κινήτρων, αλλά και ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα.

Όχι άλλη ισοπέδωση.

Προηγούμενο άρθροΚώστας Χήτας – Παρέμβαση στη βουλή για την τροπολογία για προστασία των σπιτιών των Ελλήνων 20/12/2022
Επόμενο άρθροΘέμα: Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης στους ένστολους του Ελληνικού Στρατού