Εκφράζουμε ήδη από το άρθρο 1 του παρόντος, όπου αναφέρεται ο σκοπός, τις σαφέστατες επιφυλάξεις και αντιρρήσεις μας, σχετικά με τις δυσμενείς επιπτώσεις που κυοφορεί το εγχείρημα της μετατροπής των δημόσιων μουσείων σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.
Υποτίθεται ότι έτσι τα μουσεία θα αποκτήσουν αυτοτέλεια και θα ελευθερωθούν από γραφειοκρατικές αγκυλώσεις.
Ότι με τα διοικητικά συμβούλια αποτελούμενα από κορυφαίες προσωπικότητες θα εξασφαλίσουν άνετα δωρεές και χορηγίες.
Άλλο πράγμα όμως ο εκσυγχρονισμός και άλλο η υπονόμευση του δημόσιου χαρακτήρα των μουσείων.
Τα μουσεία πρέπει να ερευνούν, να συλλέγουν, να συντηρούν, να εκθέτουν την υλική και την άυλή μας κληρονομιά.
Να είναι ανοιχτά προς το κοινό και προσβάσιμα χωρίς αποκλεισμούς.
Να προσφέρουν εμπειρίες εκπαίδευσης, προβληματισμού και ανταλλαγής γνώσεων.
Τί προσφέρει άραγε η αλλαγή του νομικού καθεστώτος από τη στιγμή που τα μουσεία υλοποιούν, ήδη, όλα όσα ευαγγελίζεται το νομοσχέδιο;
Εκείνο που θα δούμε στην πράξη θα είναι τα διοικητικά συμβούλια να αλλάζουν κάθε φορά μαζί με τις κυβερνήσεις.
Το ΔΣ της Ένωσης Αποφοίτων Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης εκφράζει επίσης τον προβληματισμό και την έντονη ανησυχία του απέναντι στο παρόν νομοσχέδιο για τη μετατροπή των δημόσιων Μουσείων σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.
Είναι ταυτόχρονα αντίθετο απέναντι στη διαδικασία που έχει ακολουθηθεί.
Αφενός γιατί δεν πραγματοποιήθηκε προηγούμενη διαβούλευση μεταξύ των φορέων, αφετέρου γιατί απουσιάζει σχετική χρηματοοικονομική μελέτη για τη δομή και βιωσιμότητα των Μουσείων, μετά την εφαρμογή του προτεινόμενου μοντέλου.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει: «Η αποκοπή των πέντε μεγαλύτερων Μουσείων της χώρας από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και κατ’ επέκταση από την Κεντρική Διοίκηση, δυστυχώς όχι μόνο εκτοξεύει το κόστος με τον ορισμό Δ.Σ. αλλά επιπλέον ανοίγει ένα νέο πλαίσιο διοικητικής λειτουργίας, ιδιαίτερα ευάλωτο σε εξωγενείς παρεμβάσεις όπου έννοιες όπως αυτές της “Χρηστής διοίκησης” και του “Δημοσίου συμφέροντος” απλώς καταστρατηγούνται».
Με το άρθρο 2, όπου αναλύεται το αντικείμενο του παρόντος, παρατηρούμε ότι η κυβέρνηση έκλεισε τα μάτια και τα αυτιά της τελικά στις διαμαρτυρίες των σωματείων, των εργαζομένων στα δημόσια Μουσεία, της επιστημονικής κοινότητας από την Ελλάδα και το εξωτερικό, στην διατυπωμένη αντίθεση ερευνητών, συλλόγων, σωματείων, αλλά και υπαλλήλων που είχαν υπηρετήσει κατά το παρελθόν στα δημόσια μουσεία, καθιστώντας τα σημεία αναφοράς για τον πολιτισμό και την προσφορά στην κοινωνία.
Με αυτές σας τις αυθαίρετες παρεμβάσεις, θα υπάρξουν δυσμενέστατες συνέπειες στη διαχείριση της πολύτιμης πολιτισμικής μας κληρονομιάς, στη λειτουργία των μουσείων και φυσικά στο πολιτιστικό και εκπαιδευτικό επιστημονικό τους έργο.
Θα πρέπει έστω και τώρα να αποσυρθεί!
Προφανώς και είμαστε αντίθετοι και με τα άρθρα 3 και 4, όπου αναλύονται τα σχετικά με την ίδρυση των πέντε (5) νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και οι σκοποί τους.
Υπερασπιζόμαστε και θα υπερασπιζόμαστε τον αμιγώς δημόσιο χαρακτήρα των μουσείων, χωρίς ναι μεν…. αλλά, τα οποία είναι βέβαιον ότι θα γιγαντωθούν στο μέλλον.
Ιδιαίτερα στο άρθρο 4, μας προβληματίζει ιδιαίτερα η περίπτωση ιβ’ της παραγράφου 2, στην οποία και αναφέρεται η ίδρυση παραρτημάτων και στο εξωτερικό, και η μέριμνα και παρακολούθηση της καλής και ασφαλούς λειτουργίας αυτών τα οποία πληρούν τις επιστημονικές, καλλιτεχνικές, τεχνικές και φυλακτικές μουσειακές ανάγκες.
Η αδικαιολόγητα μακρόχρονη – κατά κανόνα – εξαγωγή αρχαιοτήτων από τα μουσεία της χώρας μας, διασπά την ακεραιότητα μουσειακών συλλογών και αντιμετωπίζει τις αρχαιότητες και τα έργα τέχνης ως απλά εξαγώγιμα προϊόντα!
Παράλληλα στερεί τη δυνατότητα της ελληνικής ακαδημαϊκής έρευνας και φυσικά στερεί έσοδα από τον κουμπαρά του ελληνικού κράτους.
Από όποια πλευρά και αν το εξετάσει κανείς, πρόκειται για έναν απαράδεκτο τρόπο διαχείρισης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, έχοντας βέβαια προηγουμένως νομιμοποιήσει αμφισβητούμενες πολιτιστικές πρακτικές όπως αυτό που έγινε με την αρχαιοκαπηλική συλλογή Στερν, ή την επικίνδυνη ρύθμιση για τη μακρόχρονη, για 50 έτη, εξαγωγή αρχαιοτήτων στο εξωτερικό.
Τα μνημεία, είναι η υλική μαρτυρία του κοινού παρελθόντος, τα υλικά πυκνώματα της συλλογικής μας μνήμης.
Η διαρκής ανάγκη του Έλληνα να αναζητά τις ρίζες του και να ψάχνει το παρελθόν του στο πλαίσιο της αυτογνωσίας του συνιστά επαρκή αιτία για τη διατήρηση των αριστουργημάτων των προγόνων μας στη χώρα μας.
Η μεγάλη διαφορά που διέπει τα μουσεία χωρών όπως η Ελλάδα, από τα ξένα μουσεία – «συλλέκτες» είναι ότι εκείνα δεν έχουν τοπικές αναφορές και, συνήθως, αν όχι αποκλειστικά, συγκροτούν τις συλλογές τους από παλιές και νέες λεηλασίες και αρχαιοκαπηλικά κυκλώματα.






